και για τα τραγούδια"

και για τα τραγούδια"

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

Μπαρ τα ναυάγια











Μπαρ τα ναυάγια


Επειδή η διάθεσή μου γουστάρει μπαρότσαρκα σας παίρνω όλους τους αγαπημένους φιλους για μια βραδυνή βόλτα σε μπαράκια, καταγώγια και καπηλιά που θα συναντήσουμε στα τραγούδια της Αρλέτας.


Η Αρλέτα έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τα μπαράκια αυτά της παρέας, της κραιπάλης, εκεί που ξημερώνεται και ε-ξημερώνεται ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος…

Με οδηγό τα τραγούδια της λοιπόν και με όλες τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση χωνόμαστε στο πρώτο μπαράκι που συναντούμε,




Η χημεία που υπάρχει στον αέρα είναι αυτή που καθοδηγεί τις κινήσεις, τα βλέμματα, τις ατάκες που ανταλλάζεις, την έλξη που νιώθεις για τα γκρίζα μελαγχολικά μάτια στην άκρη της μπάρας, που κάθε τόσο καρφώνονται στο ποτήρι γυρεύοντας ποιος ξέρει τι...


Άγγελος ( Ήχος κρυστάλλινος)

 


Στίχοι: Αρλέτα
Μουσική: Βαγγέλης Γεωργίου
 


Μιαν άδεια νύχτα μες στον καθρέφτη
πίσω απ` τον πάγκο είδα
γερμένο κι άδειο έρμαιο ναυάγιο
μες στο ποτήρι είδα
κάτι σαν φλόγα, κάτι σαν πάγο.

Ήχος κρυστάλλινος και ραγισμένος
άγγελος σε σκαμνί συλλογισμένος
κι έγινε θρύψαλα μες στον καθρέφτη
πίσω απ` τον πάγκο η νύχτα
κι έγινα κόκκινο
 
η μήπως άσπρο
μες στο ποτήρι και ήπια
κι έγινε μέρα στυφή και πράσινη
ο ήλιος έπεσε μες στο ποτήρι
μέσα στο κρύσταλλο
κι αποτρελάθηκε.




Η ατμόσφαιρα που σ αγκαλιάζει όταν μπαίνεις σ’ ένα μπαράκι είναι καθοριστική για να το υιοθετήσεις (ή να σε υιοθετήσει)...

...


Ax kill Billy




Μπαίνει στο μπαράκι ο Kill Billy
πουκάμισο καρόζ
πάει στην μπάρα, κάθεται κι αρχίζει
να κλαίει γοερώζ.
Μαμά, πώς είναι έτσι, καλέ, αυτός;
Δεν τον έχω δει ποτέ τον
Billy έτσι
φαίνεται σοβαρό
από τις δέκα είναι ήδη φέσι
μαύρο, κόκκινο και ροζ
τρελαμένος, αγριεμένος, στον κόσμο του τρελός.

Αχ,
Kill Billy, ξέχασέ την πια τη Λίλη
έχεις γίνει ρεζίλι
εσύ ένας
Hill Billy
κάνε λίγο κράτει, σ` αγαπώ πολύ.

Αχ,
Kill Billy, ξέχασέτην πια τη Λίλη
έχεις γίνει πια ρεζίλι
εσύ είσαι ένας
Hill Billy

κάνε λίγο κράτει, υπομονή, σ` αγαπώ πολύ.

Το χρώμα του είναι χάλια
μοιάζει σαν άρρωστος
καπνίζει σαν φουγάρο
του το` πε κι ο γιατρός.

Δε δίνει σημασία
σαν άνθρωπος τρελός
κοιτάει γύρω και λέει
λόγια ασυνάρτητα
καλεί την άγρια Λίλη
μεγάλη αγωνία.





 μουσικές που ταξιδεύουν ή ξεσηκώνουν , τα πιοτά στα ποτήρια ν ακουμπάν στα χείλη τα «ηδονικά και ρόδινα της μέθης» και να κυλάν στον ουρανίσκο αργά αργά. 

Κι ο μπάρμαν «μέσα στα πιοτά» να καρδιοκτυπά για την μικρή μελαχρινή ομορφιά που...






...Χόρευε πάντα μοναχή
κορμί λιγνό σαν το σπαθί
Μαύρη η ματιά της

Μαύρα μαλλιά, μαύρα φτερά
μαύρη στα χείλη της φωτιά
Μαύρη η καρδιά της

Κι όταν σιγά σιγά ο ρυθμός
γινόταν’ άγριος σκοτεινός
Χαμογελούσε

Κι ο μπάρμαν μέσα στα πιοτά
μ’ εν’ άδειο σέικερ στην καρδιά
Παραμιλούσε
Μπέμπα

Αχ αγκοστούρα μου πικρή
Γιατί χορεύεις μοναχή
Αχ, μπέμπα
Κάνε παιχνίδι μπέμπα

Χόρευε πάντα μοναχή
Αλλοπαρμένη σκοτεινή
Μαύρη η σιωπή της

Μαύρο κρασί μαύρη αστραπή
Μαύρη σελήνη παγερή
Μαύρη η ψυχή της

Κι όταν σιγά σιγά ο ρυθμός
γινόταν’ άγριος σκοτεινός
Χαμογελούσε
Κι ο μπάρμαν μέσα στα πιοτά
μ’ εν’ άδειο σέικερ στην καρδιά
Παραμιλούσε
Μπέμπα

Αχ αγκοστούρα μου πικρή
Γιατί χορεύεις μοναχή
Αχ, μπέμπα




Κάπου εδώ θα βρούμε και τη Φρίντα μισομεθυσμένη μ ένα ποτήρι Badita de coco, 


Badita de coco… ye ha!



Όταν χώρισε γ Φρίντα απ τον Γιάννη
στα μπαράκια που έπιανε τόκο
όποιος κι αν τη ρωτούσε τι κάνει
απαντούσε Batida de coco

Batida, Batida, Batida de coco
εγώ την καρδιά μου
δεν τη δανείζω με τόκο
κι όταν πίσω την παίρνω
στο κακό της το χάλι
λέω πάντα χαλάλι
και Batida de coco

Κι αν με άφησες φέτο Batida
και μου τα ‘κανες σάλτσα de coco
όπως έλεγε πέρσι κι η Φρίντα
τι να γίνει Batida de coco

Batida, Batida, Batida de coco …

Τα σπασίματα δεν τα φοβάμαι
έχω μάθει να τα κλείνω με στόκο
και τα λόγια της Φρίντας θυμάμαι
όταν πίνω Batida de coco

Batida, Batida, Batida de coco 




Είναι και κάποια μπαράκια γεμάτα μνήμες, απαγορευμένα, από όπου νιώθουμε εξόριστοι γιατί τα κάναμε ίσως θάλασσα και το κλίμα δεν μας σηκώνει πια, ή γιατί θυμίζουν εσένα….


Να πας κι εσυ στο μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας… 
γιατι εδω μας περιμένει μια εκπληξη! Η κυρία Αργυρώ Νικολέτα Τσαπρα αυτοπροσωπως...




Αν πας στο μπαρ
της Τέτης και της Κατερίνας
χαιρέτησε μου τη Μυρτώ
που πάει εκεί απ’ τις οκτώ
κάποτε ήταν η καλύτερη μου φίλη
αν σ’ οδηγήσουνε χρυσόψαρα και γρύλοι
και πας στο μπαρ
της Τέτης και της Κατερίνας
χαιρέτησε μου τον Κωστή
που ’ρχεται πάντα την Αυγή
ήμασταν κάποτε πολύ καιρό ζευγάρι
αν δεις τη διεύθυνση γραμμένη στο φεγγάρι

και πας κι εσύ στο μπαρ
και πας κι εσύ στο μπαρ

Αν πας στο μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας
δώσε από μένα ένα φιλί
σε όλους όσους βρεις εκεί
πες τους πως τίποτα δεν έχω ξεπεράσει
κανένας όμως δε θα με ξανακεράσει

Αν πας μπαρ της Τέτης και της Κατερίνας
εσένα θα ’ρχομαι να βρω
μαζί σου θα ’ρχομαι να πιω
ένα πιοτό και για τους δυο μας ξεχασμένο
αν γίνεις άλλο ένα όνειρο χαμένο

και πας κι εσύ στο μπαρ
και πας κι εσύ στο μπαρ
της Τέτης και
της Κατερίνας 





Όμως τα μπαράκια έχουν πάντα τους πιστούς θαμώνες, που τους δένει μια κρυφή λες συνομωσία. Ναυάγια της ζωής, ο καθένας γνωρίζει τα χούγια και τα λούκια του άλλου, ψυχές αμαρτωλές βουτηγμένες στο αλκοόλ, που δεν προλαβαίνουν με τίποτα να μετανοήσουν. 



Μπαρ το ναυάγιο (φυσικά! Μόνο εκεί, πάντα εκεί)

Παπούλη! Τι ζητάς ΕΣΥ εδώ;!!!



Προχτές αργά στο μπαρ «το ναυάγιο»
Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό

Του είπα παππούλη τι ζητάς εδώ
Δεν είναι μέρος για έναν άγιο αυτό
Μου είπε τέκνον κάνεις μέγα λάθος
Εδώ είν’ ο φόβος των ανθρώπων και το πάθος

Κοίταξε γύρω του στεγνούς και μεθυσμένους
Και μου ‘πε εγώ τους αγαπάω τους κολασμένους
Αν θες ν’ αγιάσεις πρέπει ν’ αμαρτήσεις
Ε, κι αν προλάβεις ας μετανοήσεις

Προχτές αργά στο μπαρ «το ναυάγιο»
Βρέθηκα να τα πίνω μ’ έναν άγιο
Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Και κοινωνούσε με ουίσκι και νερό

Καθότανε στο διπλανό σκαμπό
Στο τέλος πλήρωσε και τον λογαριασμό



Κρατάτε καλά, τα τραγούδια είναι... έχουν μεθύσει σαν κι εμάς, μας βγάζουν τις ανασφάλειες μας... Πάλι; Τέτοια ώρα;´Ώρα σελήνης, ώρα για πιοτό, ώρα που πεθαίνεις κι οι πινακίδες γράφουν στοπ όχι και μη… 

Τραγούδι μεθυσμένο, αδιέξοδο, για μικρές πρωινές ώρες που τα χέρια δεμένα στα καλώδια των νεύρων σφίγγουν το ποτήρι κι εσύ να πονάς για την απουσία, για την ατολμία για την μαλακία που σε δέρνει...


Ωρα Σελήνης




Τα χέρια σου δεμένα
στα καλώδια των νεύρων
σφίγγουν απόψε το ποτήρι σου
πονάς
Μέσα από κρύσταλλα
κοιτάς τους διπλανούς σου
μέσα από κρύσταλλα κοιτάς
και με κοιτάς


Κόκκινη λάμψη στων ματιών σου τα σκοτάδια
φωνή βραχνή που πάει να βγει και δε μπορεί
θες να μου πεις ψάχνεις να βρεις να μου μιλήσεις
δύσκολο θέμα και πιο δύσκολοι καιροί

Τι να σου πω αυτή την ώρα που σωπαίνεις
απαγορεύονται τα λόγια κι οι καημοί
ώρα σελήνης κάπου μέσα σου πεθαίνεις
κι οι πινακίδες γράφουν στοπ όχι και
μη


Κι η νύχτα η χαρτορίχτρα, ρίχνει μεθυσμένητα τα καμένα της χαρτιά μπροστά στα μάτια μας και γελά με γέλιο σαρκαστικό καθώς κερνάει σκέτη φρίκη.. 

Κι εμείς απόκληροι ki αδάκρυτοι χορεύουμε στο ρυθμό της...





Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Με το σκούρο μπλε μαντήλι
τα βαριά βαμμένα χείλη και το βάσανο
κρεμασμένο από το αυτί της σκουλαρίκι

Στην ποδιά της ένα λάγνο πιτσιρίκι
Να κερνάει τους χορτασμένους σκέτη φρίκη
Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα

Στο λαιμό της αλυσίδα οι απόκληροι
στη βαθιά της τσέπη μέσα οι αδάκρυτοι

κι όλα τα στοιχειά της κάνουν
τσαλιμάκια και χορεύουν
στο ποτήρι της
και το πιο όμορφο απ’ όλα
πέφτει στη φωτιά και λειώνει
για χατίρι της

Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Με τα νύχια τα βαμμένα
Με χαρτιά σημαδεμένα
Και το βάσανο

κι όλα τα στοιχειά της κάνουν
τσαλιμάκια και χορεύουν
το ποτήρι της
και το πιο όμορφο απ’ όλα
πέφτει στη φωτιά και λειώνει
για χατίρι της

Μεθυσμένη πέφτει η νύχτα η χαρτορίχτρα
Και το βάσανο




Τα πράγματα αγριεύουν, πάμε κατά… Βερολίνο μεριά, κατά Σαράγιεβο σ ένα απ αυτά τα κακόφημα μπαράκια όπου συχνάζουν φαντάροι, τώρα πια αμερικάνοι... 

Η μηχανή του χρόνου μας ξεγελά δεν σηκώνουμε πολλά χασομέρια, Οι καπνοί καίνε και τα μάτια κοιτάζουν σκληρά την στριπτισεζ να κουνά υποτακτικά χέρια και κορμί. 



Ένα ουίσκι κυρά μου άντε κούνα τα χέρια...



Ένα ουίσκι κυρά μου
Άντε, κούνα τα χέρια
Ο φαντάρος δε θέλει
Πολλά χασομέρια

Πρέπει σφαίρες να ρίχνει
Σφαίρες, σφαίρες
Των οχτρών τ’ άρχοντά του
Να κόβει τις μέρες

Δυο στηθάκια μικρή μου
Άντε, κούνα τα χέρια
Ο φαντάρος δε θέλει
Πολλά χασομέρια

Πρέπει να σπέρνει
Θανάτους, θανάτους
Να προσμένει δεν κάνει
Η ορεξιά τ’ άρχοντα του

Την ευλογία σου πάτερ μου
Άντε, κούνα τα χέρια
ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια

πρέπει αυτός να κατέβει
στο μνήμα, στο μνήμα
για να βάλει ο άρχοντάς του
της δόξας το ντύμα

ένα ουίσκι κυρά μου
άντε, κούνα α χέρια
ο φαντάρος δεν θέλει
πολλά χασομέρια

Πρέπει σφαίρες να ρίχνει
Σφαίρες, σφαίρες
Των οχτρών τ’ άρχοντά του
Να κόβει τις μέρες



Επιστροφή από εφιάλτη σε μια Αθήνα του κρασιού και της μέθης. 

Σ’ ένα καπηλειό θα μπούμε να τελειώσουμε τη νύχτα που φεύγει πάντα χωρίς να προλάβουμε να πούμε αυτά που θέλαμε, αυτά που περιμέναμε κι ας μας κακολογούν που πνίγουμε τον πόνο μας κάθε βράδυ στο κρασί. 

Ντουνιά ανακριτή γιατί τωτάς, γιατί, τι κάνω στη ζωή αυτή;

 



Στίχοι:  Π. Κασαπάκης
Μουσική:  Απόστολος Χατζηχρήστος, Σμυρνιωτάκι



Σαν μπω στο καπηλειό για κάνα δυο κρασιά
αρχίζει το κουτσομπολίο και η κακογλωσιά
 

Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί,
 
τι κάνω στη ζωή αυτή
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα ή αν ζω
 
σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό

Αφού δεν ενοχλώ και ξέρω τι μιλώ
πες μου γιατί να μην τα πιω, πες μου για λόγο ποιο

Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί
 
τι κάνω στη ζωή αυτή,
 
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα ή αν ζω
 
σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό

Ντουνιά ανακριτή γιατί ρωτάς γιατί
 
τι κάνω στη ζωή αυτή,
 
τι νοιάζεσαι ρωτώ αν πέθανα για ζω
 

σ’ αυτό τον κόσμο τον πεζό



Εδώ είμαστεεεε Μεθυσμένοι, αποκαμωμένοι, άδειοι μα και πλήρεις. Ας τραβήξει ο καθένας για τη γωνιά του μαζί με ότι του πεοέκυψε... 

Σκεφτόμαστε μες τη ζάλη μας αυτούς που δεν ακολούθησαν το ταξιδι μας, δεν τόλμησαν ή απόκαμαν.

Κι εσύ μικρό μου, μόνη, κλεισμένη στην κάμαρά σου, να κοιτάς το τηλέφωνο που δε λέει να κτυπήσει. 

Κοιμήσου. Ένα τραγουδάκι θα σου πω για την αγάπη…


Τραγουδάκι- καληνύχτα



Κάμαρη ερημική
ένα τηλέφωνο βουβό
για συντροφιά σου
Μπαρ με φώτα και βουή
να κοροϊδεύουν πιο πολύ
τη μοναξιά σου

Φίλοι της στιγμής, γνωστοί
στον καθρέφτη μέσα εσύ
μια ματιά μαχαίρι και κρασί
κάτι σα χάδι

Άδειοι δρόμοι σκοτεινοί
χαμένες νύχτες μες της πόλης
το πηγάδι
Αλμυρό νερό η ζωή
κι εσύ πηγή γλυκιά κι αδέξια


στο σκοτάδι

Μη φοβάσαι μη ρωτάς
κράτησε με μη μιλάς
ένα τραγουδάκι θα σου πω
για την αγάπη

Έχεις πάντοτε μια σκιά
σκουριά της νύχτας
στα παιδιάστικα σου μάτια
Μάτια θάλασσα βαθιά
άγριες γοργόνες
και κρυστάλλινα παλάτια

Μη φοβάσαι μη ρωτάς
θάλασσα μου μη μιλάς
άλλη αλήθεια δεν υπάρχει πια
απ’ την αγάπη

Δεν υπάρχουν σχόλια: